Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Mykonos Star Hotel special offer

Επειδή κάθε πρωτοβουλία, που διαπνέεται με τρόπο χειροπιαστό, από αγωνία για την κρίση και τις επιπτώσεις της σε όλους μας, πρέι να προβάλλεται, όχι μόνο για να επωφελούνται όσοι ενδιαφέρονται αλλά και για την εμπέδωση μιας σωστής επιχειρηματικής νοοτροπίας, αναδημοσιεύω εδώ μιαν ανάρτηση από το blog: "Πανθ' υπό μίαν Μύκονον":   

Το "Mykonos Star" είναι ένα πολύ καινούριο Ξενοδοχείο, στον πανέμορφο Πάνορμο της Μυκόνου, που πολύ συχνά μου στέλνει e-mails με ειδικές προσφορές. Αν κρίνω από το πότε άρχισα να λαμβάνω τέτοια ενημερωτικά e-mails, καθώς και από το γεγονός ότι οι προσφορές του αφορούν ακόμη και περιόδους αιχμής, θα πρέπει ο επιχειρηματίας να έχει καταλάβει έγκαιρα πώς συμπεριφέρονται σε περιόδους οικονομικής κρίσης.
Διευκρινίζω ότι το Ξενοδοχείο δεν το έχω επισκεφθεί ούτε και μπορώ να αναλάβω οποιαδήποτε ευθύνη για όσα υπόσχεται στο site του, αλλά οι προσφορές του είναι εξαιρετικά ελκυστικές:

Mykonos Star special offer 01-15 June:
25€ per person per night in standard studio
28€ per person per night in sea view studio
35€ per person per night in sea view apartment
55€ per person per night in junior suite

Above rates are in double occupancy
Extra adult: 20€ per night
Child up to 10 years old: Free of Charge

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Ο s_pablo στο Bar Belafonte

Αναδημοσιεύω εδώ μιαν ανάρτηση από το blog "ill timed or out of time?",  απολύτως σχετική με το πνεύμα αυτού του blog. O blogger s_pablo αναφέρεται σε μια προσωπική του εμπειρία από το bar Belafonte, στον Κεραμεικό, στο 61Α της Αγησιλάου. Η ανάρτηση δημοσιεύεται αυτούσια και ασχολίαστη, ώστε ο καθένας μας να μπορεί να κρίνει και να συμπεράνει για λογαριασμό του:

"Λες να βγεις να ξεσκάσεις. Να πιεις δυο-τρία ποτά ρε αδελφέ να ξεφύγεις από τη μιζέρια. Μπαίνεις σε όμορφο μαγαζί με όμορφες παρουσίες και όμορφες μουσικές, κάθεσαι με τους φίλους σου και ανακαλύπτεις (στο τέλος) ότι, προφανώς σε θεωρούν μαλάκα.

Δεν ξέρω για τους άλλους, όμως εγώ είμαι. Κυριακή βράδυ στο Bar Belafonte στον Κεραμεικό, ανακάλυψα ότι δέκα ποτά (για δυο άτομα, έχει σημασία) κάνουν 100 ευρώ, η προσκόμιση απόδειξης είναι προαιρετική και αν δεν είσαι φίλος του μπάρμαν, της σερβιτόρας ή του DJ, δεν έχεις ελπίδες να σεβαστούν εσένα ή τα χρήματα που τους καταθέτεις. Κι αν κάνεις το λάθος να παρατηρήσεις την αβλεψία (λέμε τώρα) σου φέρονται σαν να είσαι κανένας ψωμοζήτουλας.

Άντε τώρα να εξηγήσεις ότι δεν είναι για τα λεφτά, αλλά για τον στοιχειώδη σεβασμό στον καλό πελάτη που δεν σου δημιουργεί προβλήματα και θέλεις να ξανάρθει γιατί, στο κάτω κάτω της γραφής, στ' ακουμπάει."

Δυστυχώς, γι' αυτούς, δεν θα ξανάρθει..."

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

"Chez Lucien" - φτωχό αλλά τίμιο...

Είναι Σάββατο και μια φίλη προτείνει φαγητό έξω. Δεν είναι πρωτότυπο - το πρωτότυπο είναι αυτό, που προτείνει: ένα Γαλλικό στα Πετράλωνα! Είναι, λέει, "talk of the town" κι εγώ απορώ και ξανα-απορώ...
Έχω χρόνια να κυκλοφορήσω στα Πετράλωνα, μια γειτονιά παρεξηγημένη, που ξεκινάει από τις "λάθος" υπώρειες του Λόφου του Φιλοπάππου και έχει τα ωραιότερα ονόματα δρόμων της Αθήνας. Όλα αρχαιοελληνικά, άγνωστα τα περισσότερα... θησαυρός ολόκληρος ονομάτων.
Στα φοιτητικά μου χρόνια, τα Πετράλωνα ήταν γνωστά για τα ταβερνάκια τους, αλλά, όπως φαίνεται, μετά την άνθηση του Θησείου, τουλάχιστον η περιοχή, που συνορεύει με το Θησείο άλλαξε χαρακτήρα.
Συμφωνώ, λοιπόν, να πάμε στο "Chez Lucien", με ανάμικτα συναισθήματα. Είναι πολλά χρόνια που αποφεύγω την Γαλλική κουζίνα, γιατί την παραχορτάσαμε την εποχή, που στην Αθήνα σχεδόν δεν υπήρχε τίποτε άλλο από άποψη διεθνούς κουζίνας. Ή Ελληνικά θα έτρωγες ή Γαλλικά, κατά προτίμηση στο "Le Prunier" ή στο θρυλικό "L' Abreuvoir" του Κολωνακίου ή ακόμα στο πιο λιτό και λίγο παλιομοδίτικο αλλά πολύ αυθεντικό Γαλλικό, τον "Σπύρο και Βασίλη" - ναι, ξέρω, παράταιρο όνομα για Γαλλικό εστιατόριο - πίσω από τη Αμερικανική Πρεσβεία.   
Έχω οδηγίες να φθάσω στο "Chez Lucien" γύρω στις 8.30 το βράδυ, γιατί δε κλείνουν τραπέζια. Συμβουλεύομαι λίγο τον χάρτη στο Internet, για να δω πού περίπου είναι η διεύθυνση Τρώων 32, και καταφέρνω τελικά να φτάσω στις 8.40, αφού το parking δεν είναι ποτέ εύκολο στην πυκνοκατοικημένη αυτή περιοχή της Αθήνας.
Πρώτη έκπληξη η γειτονιά. Όπως τόχα φαντασθεί, βρίσκεται στα όρια με το Θησείο κι έχει κολλήσει την ατμόσφαιρά του - με την καλή έννοια. Κόσμος πάει κι έρχεται γύρω-γύρω, κυρίως νέα παιδιά, φοιτητές. Τα συγκεκριμένα 2-3 τετράγωνα έχουν γίνει πιάτσα, γιατί βλέπω παντού εστιατόρια και μικρά, ατμοσφαιρικά, καφενεία. Και βλέπω κι άλλα, που φτιάχνονται τώρα, ετοιμάζονται να ανοίξουν, να βγάλουν τραπεζάκια στα στενά πεζοδρόμια.
Εντοπίζω το "Chez Lucien" και κάθομαι σε ένα ελεύθερο τραπέζι για 4. Ευτυχώς, λέω από μέσα μου, γιατί έχω μάθει ότι τα περισσότερα τραπέζια είναι μεγάλα και τα μοιράζονται οι παρέες - πράγμα, που δεν είναι δα και το καλύτερό μου!
Κλασικά, έχω φτάσει, όπως πάντα, πρώτος. Οι άλλοι αργούν ακόμη κι αργούν πολύ. Έρχονται, τελικά, μετά τις 9, με την ησυχία τους, αφού τους έχω ειδοποιήσει, στο μεταξύ ότι έφτασα και κρατάω το τραπέζι. Ευτυχώς, το προσωπικό δεν με κάνει να νοιώσω καθόλου άσχημα, βλέποντάς με να κάθομαι μόνος τόσην ώρα. Μου προτείνουν ένα ποτήρι κρασί, όσο περιμένω, και διαλέγω ένα Pinot Grigio, που το συνοδεύω με νόστιμες γαρίδες σε γλικόξινη σάλτσα - και με μελέτη του καταλόγου, αφού δεν έχω και τίποτ' άλλο να κάνω.
Το "Chez Lucien" είναι ένα απλό εστιατόριο, στημένο στην λογική του Γαλλικού bistrot. Λίγο στριμωχτά, λίγο άβολα, αλλά ΟΚ! Ουσιαστικά είναι δύο κολλητά εστιατόρια, δυό μικροί χώροι: ένα για κρέας, με την επωνυμία "La Brocherie", και ένα για θαλασσινά, με την επωνυμία "La Marree". Πρέπει να προσέξει κανείς πού θα καθίσει, γιατί αν είναι Σάββατο, π.χ., ή αν έχει πολύ κόσμο δεν μπορούν, λέει, να γίνουν πάντα συνδυασμοί από τις δύο κουζίνες.
Η διακόσμηση δεν είναι για βραβείο ούτε κι η ατμόσφαιρα. Η κουζίνα, όμως, είναι καλή - έστω κι αν δεν παίρνει αστέρι Μichelin. Είναι έντιμη κουζίνα, πάντως, και δεν σε αφήνει παραπονεμένο ούτε για την ποσότητα ούτε για την ποιότητα, ειδικά, μάλιστα, αν υπολογίσεις πως το μαγαζί λειτουργεί στην βάση μενού 3 πιάτων - ορεκτικό ή σαλάτα, κύριο και γλυκό - με τιμή κατ' άτομο 22 ευρώ για τα κρέατα και 25 ευρώ για τα θαλασσινά.
Οι επιλογές στις 3 κατηγορίες είναι πολλές, αποκλείεται να δυσκολευθεί κανείς να βρει κάτι. Οι σαλάτες, μάλιστα, ήταν πολύ καλές και σε πολύ μεγάλη για ατομική μερίδα ποσότητα.
Η σπεσιαλιτέ "Αράχνη" του μαγαζιού κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις, αλλά πολύ καλή ήταν και η entrecote. Όλα συνοδεύονται με πατάτες au gratin - πολύ νόστιμες, αλλά φυσικά παχυντικές, οπότε θυμάμαι καλύτερα τώρα το γιατί την έκοψα την Γαλλική κουζίνα με τις τόσες κρέμες, τα βούτυρα και τις σάλτσες.
Η λίστα των κρασιών αρκετά μεγάλη, αλλά απελπιστική η κατάσταση για όσους προτιμούν μπύρα: μία μόνο μπύρα, η "ΒΕΡΓΙΝΑ".
Από γλυκά ήταν εξαιρετική η mousse au chocolat. Αποτυχία η creme brulee, αλλά αμέσως μόλις το είπαμε στον Lucien, προσφέρθηκε να την δοκιμάσει κι ο ίδιος, το επιβεβαίωσε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και αυθωρεί και παραχρήμα ήρθε στο τραπέζι άλλη, που ήταν πολύ καλή αυτή την φορά! Τόσο καλή, μάλιστα, που η συνοδός μου, μολονότι είχε ήδη φάει την αποτυχημένη πρώτη ολόκληρη, μια χαρά την κατάφερε και την δεύτερη!!!
Γενικά, η εξυπηρέτηση ήταν καλή - αν και όχι πολύ γρήγορη, όταν πια γέμισε το μαγαζί. Ήταν, όμως, όλοι ευγενείς, εξυπηρετικοί και συνεχώς από πάνω σου με το ενδιαφέρον για το αν σου αρέσει το φαγητό.

Δεν έχω παράπονο από το "Chez Lucien". Νομίζω ότι προσφέρει, τελικά, περισσότερα από ό,τι υπόσχεται το απλό, λίγο φτωχό του concept. Φτωχό, λοιπόν, αλλά τίμιο και χορταστικό κι όλα αυτά με αρκετά κάτω από 30 ευρώ κατ' άτομο.
Pas mal, γαλλιστί!                       

Το GOLA της Μυκόνου

Το Value for Money είναι διαχρονικά το μέγα ζητούμενο στην Μύκονο. Φέτος, με την κρίση, κάτι αρχίζει να κινείται θετικά προς αυτή την κατεύθυνση και γι' αυτό κι αναδημοσιεύω εδώ μια πρόσφατη ανάρτηση του Blog "Πανθ' υπό μίαν Μύκονον".
Όποια προσπάθεια σαν του GOLA γίνεται αξίζει να την ελέγχουμε και να την προβάλλουμε, εφ' όσον ανταποκρίνεται στις υποσχέσεις τις δικές τους και στις προσδοκίες τις δικές μας! 




Το GOLA είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ιταλικό εστιατόριο με εξαιρετικό service, που άνοιξε πριν από λίγα χρόνια σε μιαν απλόχωρη ταράτσα, στο Ντραφάκι, απέναντι από τον στρογγυλό κόμβο, όπου καλώς ή κακώς στήθηκε η προτομή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις παραμονές των Δημοτικών Εκλογών του 2006.
Καθώς δεν είναι μια απλή trattoria, δεν θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται στα φθηνά εστιατόρια της Μυκόνου. Παρ' όλ' αυτά, οι τιμές του δεν είναι απαγορευτικές, έστω κι αν δεν είναι για να τρώει κανείς εκεί κάθε μέρα.
Η ταράτσα του GOLA είναι χώρος ιδιαίτερα ευχάριστος και δεσπόζει ψηλά πάνω από την Χώρα. Την θεωρώ ένα από τα ιδανικά σημεία για να δειπνήσει κανείς νωρίς, απολαμβάνοντας την θέα και τον ανοιχτό ορίζοντα, όσο έχει ακόμα φως - και, μάλιστα, το φως το ανεπανάληπτο της Μυκόνου και τα χρώματα της παλέτας του δειλινού της!

Ένα δείπνο νωρίς το βράδυ είναι κάτι, που δεν το συνηθίζουμε στην Ελλάδα κι ακόμη περισσότερο στην Μύκονο, όπου όλα προγραμματίζονται και γίνονται αργότερα απ' ό,τι στην "κανονική" ζωή και στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά τώρα ανάγκα και Θεοί πείθονται... Αρχίζουν να αλλάζουν οι συνήθειές μας, μπορούν να αλλάξουν, ειδικά όταν υπάρχει και το κίνητρο μιας καλύτερης τιμής! Αυτό το κίνητρο το παρέχει τώρα το GOLA, προσφέροντας μιαν έκπτωση 25% στον τελικό λογαριασμό, όπως λέει στους πελάτες του με ένα μόλις χθεσινό e-mail κι ένα SMS στα κινητά.

Θεωρώ την πρωτοβουλία αυτή σπουδαία από μόνη της αλλά και ευρύτερης σημασίας για την Μύκονο και την φετινή τουριστική περίοδο, που πιθανόν να είναι δύσκολη για όλους.
Κι αν την δημοσιεύω εδώ, δεν το κάνω για διαφήμιση - τόχω δηλώσει πως αυτό το blog δεν κάνει διαφήμιση ούτε κριτική, αλλά απλώς ενημέρωση, ξεκινώντας από όσα βλέπω κι όσα δοκιμάζω εγώ ο ίδιος ως απλός περιηγητής, περιστασιακός κάτοικος, καταναλωτής.
Το δημοσιεύω, λοιπόν, μήπως κι αποτελέσει παράδειγμα και για άλλους, για όλους. Και θα δημοσιεύσω κι ο,τιδήποτε άλλο σχετικό τύχει να με πληροφορήσουν ή να υποπέσει στην δική μου αντίληψη.
Το HAPPY HOUR, άλλωστε - ένα χρονικό τόξο, όπου προσφέρονται φαγητά και ποτά ακόμα και στο ήμισυ της συνηθισμένης τιμής τους - είναι ευρύτατης εφαρμογής θεσμός στην Αμερική και στην Ευρώπη, ακόμη και στα πιο φημισμένα τουριστικά θέρετρα, κι είναι ο πιο κατάλληλος καιρός να καθιερωθεί τώρα κι εδώ, στην Ελλάδα, στην Μύκονο...

Πολλοί ξενοδόχοι στην Ελλάδα αποδίδουν τις υψηλές τιμές τους στο γεγονός ότι είναι μικρή, περιορισμένη σε 40-50 μέρες η τουριστική περίοδος - κι εννοούν μ' αυτό το High Season, στην διάρκεια του οποίου (νομίζουν ότι) πρέπει να κάνουν σχεδόν όλο τον τζίρο της χρονιάς. Αν, όμως, θέλουν να αλλάξει η κατάσταση, θα πρέπει οι ίδιοι να αναλάβουν πρωτοβουλία με ουσιαστικές προσφορές, που θα προσελκύσουν και ξένους και Έλληνες, που υπό τέτοιες συνθήκες μπορεί να προθυμοποιηθούν να μεταβάλουν συνήθειες.
Αντίστοιχα και οι Έλληνες εστιάτορες αποδίδουν τις δικές τους υψηλές τιμές στο γεγονός ότι οι Έλληνες δειπνούν αργά, σε γενικές γραμμές, με αποτέλεσμα ένα τραπέζι εστιατορίου να αξιοποιείται μόνο μία φορά κάθε βράδυ. Αλλά κι αυτό μπορεί να αλλάξει, ειδικά στην διάρκεια της τουριστικής περιόδου σε πολυσύχναστα τουριστικά μέρη, όπως η Μύκονος. Με τόσο τουρισμό, όλο και κάποιοι θα υπάρχουν, που θα προτιμήσουν να φάνε νωρίς. Εν πάση περιπτώσει, αφού τα εστιατόρια είναι έτσι κι αλλιώς ανοιχτά από το απόγευμα, δεν χάνουν τίποτε να κάνουν προσφορές, όπως αυτή του GOLA, δοκιμαστικά και να δουν πώς θα κινηθεί η πελατεία τους...

Καλή όρεξη και καλό ηλιοβασίλεμα!..

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Η διακοπή κυκλοφορίας του "ΕΥ ΖΗΝ"

Διαβάζω ότι κλείνει το περιοδικό "ΕΥ ΖΗΝ", έπειτα από 14 χρόνια κυκλοφορίας. Κι ο "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ" - από την δική του, βέβαια, σκοπιά - αναφέρει  ότι η φίλη εκδότρια Άννυ Ηλιοπούλου απέδωσε το κλείσιμο στο ότι θάταν πρόκληση να κυκλοφορεί ένα τέτοιο περιοδικό σε εποχή δεινής οικονομικής κρίσης και δοκιμασίας της κοινωνίας μας.
Δεν αμφιβάλλω διόλου ότι την απόφαση αυτή έλαβε προφανώς η ιδιοκτήτρια εταιρεία, δηλαδή, οι  Εκδόσεις "ΛΥΜΠΕΡΗ", με κριτήρια καθαρά εμπορικά, κι όχι η Άννυ Ηλιοπούλου. Δικαίωμά τους να ανακρούσουν πρύμνα, αλλά δεν μπορώ κιόλας να μη σημειώσω ότι οι καπετάνιοι στις φουρτούνες φαίνονται κι ότι ο όρος "πρόκληση" έχει κάμποσα νοήματα, από τα οποία ο καθένας διαλέγει όποιο νομίζει.
Θάταν, λοιπόν, πράγματι πρόκληση το να συνεχίσει να κυκλοφορεί το "ΕΥ ΖΗΝ", πρόκληση, που θα μπορούσε, όμως, κάλλιστα να εκληφθεί θετικά από τον Όμιλο "ΛΥΜΠΕΡΗ". Θα χρειαζόταν, βέβαια, γι' αυτό να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της έκφρασης "ευ ζην" και του ομώνυμου περιοδικού, αντίστοιχα.
Θεωρώ, δηλαδή, ότι ειδικά οι εκδότες, που στον καιρό των παχειών αγελάδων πλούτισαν σχεδόν εν μιά νυκτί, καβαλώντας το κύμα του lifestyle και καθοδηγώντας μιαν ολόκληρη κοινωνία προς συγκεκριμένα πρότυπα, θα μπορούσαν τώρα - ίσως και νάχαν υποχρέωση - να εξακολουθήσουν να παίζουν τον ίδιο ρόλο, να προωθήσουν νέα πρότυπα "ευ ζην", πιο ρεαλιστικά, πιο ουσιαστικά, πιο κοντά, εν πάση περιπτώσει, στις σημερινές συνθήκες.
Νομίζω ότι τόχει ανάγκη αυτό μια κοινωνία, που βρέθηκε ξαφνικά να χάνει την γη κάτω από τα πόδια της, που είδε κεκτημένα δεκαετιών να χάνονται σαν καπνός και "αξίες" να ανατρέπονται. Κάποιος πρέπει να βοηθήσει ώστε να αντικατασταθούν ήρεμα, χαλαρά, αυτές οι "αξίες", οι συχνά πλαστές, φτιαχτές αξίες τρόπου ζωής, που δομήθηκαν και προβλήθηκαν με τέτοιαν ένταση, ώστε πολλοί να νοιώθουν ένοχοι ή λειψοί, όποτε δεν μπορούσαν να τις ακολουθήσουν ή να τις συμμερισθούν.
Κι αυτός ο κάποιος δεν είναι άλλος από τους ίδιους τους εκδότες και παράγοντες των ΜΜΕ και, εν προκειμένω, στην περίπτωση του "ΕΥ ΖΗΝ", δεν είν' άλλος από τον Όμιλο "ΛΥΜΠΕΡΗ", που στο κάτω-κάτω σχεδόν όλες του οι εκδόσεις γύρω από τον ίδιο άξονα κινούνται - και δύσκολα θα χαρακτήριζα, εγώ τουλάχιστον, το "ΕΥ ΖΗΝ" πιο προκλητικό ή πιο εκτός εποχής από το "LIFE & STYLE", π.χ.
Αντιλαμβάνομαι ότι τα διαφημιστικά έσοδα από την προβολή ενός τρόπου ζωής σε χαμηλότερα επίπεδα από τα ώς τώρα μπορεί να υπολείπονται, ότι μπορεί πιο εύκολα να κυλούσε το διαφημιστικό χρήμα από τα 5άστερα ξενοδοχεία και τα πολυτελή εστιατόρια, αλλά γιατί να μη γίνει μια προσπάθεια, πάνω σε βάση φθηνότερης έκδοσης και μειωμένων λειτουργικών εξόδων, ώστε να προβληθούν μικρότερου βεληνεκούς, αλλά άξιες προσοχής, τουριστικές επιχειρήσεις, χαριτωμένα εστιατόρια με αξιοσημείωτη κουζίνα και πιο προσιτές τιμές, κρασιά με σωστή σχέση ποιότητας - τιμής, προϊόντα, που κάνουν την ζωή μας καλύτερη, αλλά σέβονται περισσότερο τον καταναλωτή και δεν τον κοιτούν στην τσέπη μονάχα.
Οι νέες εποχές απαιτούν νέους τρόπους, νέες προσεγγίσεις κι όχι αναγκαστικά ολοκληρωτική παράδοση στον "εχθρό" και άτακτη οπισθοχώρηση. Ακριβώς επειδή ούτε να τρώμε θα πάψουμε ούτε να πηγαίνουμε διακοπές θα σταματήσουμε, τώρα περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε ενημέρωση υπεύθυνη για το τι και πώς θα το κάνουμε...
"Πάμε γι' άλλα", όπως σημειώνει κι ο Αθήναιος, που δηλώνει ότι το blog του διακόπτεται με την μορφή και το concept, που ξέραμε. Ακριβώς!  Πάμε όλοι γι' άλλα, αλλά δείξτε μας μερικές άλλες διαδρομές όσοι μπορεί να τις ξέρετε!..

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Στο Mish Mash για ποτό, ένα απόγευμα

Τρίτη κι απόγευμα, ώρα 8, μόλις προχθές, στο Γκάζι, που όσο ανοίγει ο καιρός γίνεται ακόμα πιο αγαπημένο... Ίσως το πιο χαλαρό σημείο της πόλης.
Κάθομαι στον πεζόδρομο της Βουτάδων με παρέα. "Mish Mash", στον αριθμό 50.
Στο μαγαζί δεν πέφτει καρφίτσα, - όπως και σ' όλα τα υπόλοιπα γύρω. Η μουσική στο maximum της έντασης.   
Παρασύρομαι από άλλους της παρέας και παραγγέλνω κι εγώ ένα λευκό martini, πούχω να το πιω σκέτο από τα μαθητικά μου χρόνια, τότε που ακόμα το λέγαμε βερμούτ και, λευκό ή κόκκινο,  ήταν συχνά το μόνο οινοπνευματώδες στα πάρτυ της εποχής. Μου το φέρνουν με φυστίκια αράπικα, για συνοδεία και διακτινίζομαι οριστικά στα μαθητικά μου πάρτυ του '70!
Έρχεται η ώρα να φύγουμε, κοιτάω τον λογαριασμό... Martini: ευρώ 8 - ολογράφως οκτώ, σχεδόν 3.000 παλιές Ελληνικές δραχμές!
Ούτε στην Μύκονο, λέω... Πού ζουν αυτοί οι άνθρωποι, λέω, και πού ζω κι εγώ, που παρήγγειλα κάτι έτσι, στα τυφλά, χωρίς να δω τον κατάλογο. 
Ποτέ πια, λέω, και φεύγω...      

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Από το "ευ ζην" στο "ευ-φυώς ζην"

Πολλά χρόνια κράτησε η εκστρατεία να μας πείσουν όχι μόνο για το τι πρέπει να μας αρέσει αλλά και για το ότι η ευτυχία βρίσκεται στα πολλά και στα μεγάλα, στα όλο και περισσότερα όλο και μεγαλύτερα, στα όλο και ακριβότερα.
Μεγαλύτερα σπίτια, μεγαλύτερα αυτοκίνητα, μεγαλύτερα πούρα - χμμμ... τώρα που το σκέπτομαι μόνο οι γυναίκες έπρεπε νάναι μικρότερες ή, έστω, να φαίνονται... Α, κι οι μερίδες του φαγητού στα καλά εστιατόρια: όσο πιο μικρές τόσο πιο ακριβές!
Με τέτοιο βομβαρδισμό για το τι ακριβώς είναι το "ευ ζην" πήγαμε να ξεχάσουμε πως η απόλαυση κι η ευτυχία ξεκινούν από μέσα μας. Αν δεν έχουμε μέσα μας τα εργαλεία για την διάκριση του "ευ ζην" δεν θα το βρούμε ποτέ στα έτοιμα, στο μπούκωμα με πολλά αποκτήματα, στο θάμπωμα από τα ακριβά κι ανώφελα.
Δεν πείσθηκα ποτέ πως μια ζωή τοποθετημένη σε βιτρίνα γυαλιστερή είναι αναγκαστικά και ζωή ευτυχισμένη. Δεν πείσθηκα πως είναι απόλαυση ζηλευτή η διαμονή σ' ένα ξενοδοχείο τέτοιων και τόσο πολυτελών παροχών, που, έτσι και τις χρησιμοποιήσεις, δεν θα βγεις ποτέ να βολτάρεις ξυπόλητος με παλιοκαιρισμένη βερμούδα στην ακροθαλασσιά, να φας πάνω στο κύμα χωρίς να στομώνεται το βίωμα από τα περίσσια πιάτα, τα περίσσια ποτά, τις περίσσιες υπηρεσίες.
Το "ευ ζην" είναι πρωτίστως θέμα προσωπικής νοημοσύνης, συναισθηματικής κι εγκεφαλικής. Μπορεί να βρεθεί μέσα σε κάθε στιγμή, σε κάθε συνθήκη, σε κάθε περιβάλλον, μπορεί νάναι μια αγκαλιά ειλικρινής, μια πάνινη πολυθρόνα με θέα στο φως και στα χρώματα του Αιγαίου, μια βαθειά πράσινη ανάσα οξυγόνου στο βουνό, ένα τραπέζι που γέρνει στην αμμουδιά, ένα μπουκάλι μπύρα, που μοιράζεται, κι ένα τσιγάρο - μονάχα ένα, γιατί άλλο μπορεί να μη υπάρχει - που τρέχει από χείλη σε χείλη.
Όλ' αυτά κι άλλα πολλά ακόμη, όπως τα νοιώθει ο καθένας, μπορεί νάναι "ευ ζην", μια στιγμή καλοπέρασης, που κοντοστεκόμαστε και την ζούμε, που φροντίζουμε ν' απέχει από την επόμενη, για να μη χάσουμε ούτε την γεύση αλλά ούτε και την επίγευσή της.
Το "ευ ζην", λοιπόν, ανάγκη πάσα και επείγουσα να αναχθεί σε "ευ-φυώς ζην", στους δύσκολους καιρούς, που έχουμε μπροστά μας. Κι αυτό σκέπτομαι ως άξονα ενός καινούριου blog, που στόχο θάχει να αποκαλύψει , με κριτήριο υποκειμενικό, μέρη, που μπορούν να μας το προσφέρουν - αλλά κι εκείνα τα άλλα, που νομίζουν ότι μπορούν ακόμη να μας πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλλες!..    

Υ.Γ.: Προτάσεις και υποδείξεις από τους αναγνώστες ευπρόσδεκτες.